Error message

  • Warning: ini_set() has been disabled for security reasons in drupal_environment_initialize() (line 516 of /home/nikosvas/public_html/includes/bootstrap.inc).
  • Warning: ini_set() has been disabled for security reasons in drupal_environment_initialize() (line 519 of /home/nikosvas/public_html/includes/bootstrap.inc).
  • Warning: ini_set() has been disabled for security reasons in drupal_environment_initialize() (line 520 of /home/nikosvas/public_html/includes/bootstrap.inc).
  • Warning: ini_set() has been disabled for security reasons in drupal_environment_initialize() (line 521 of /home/nikosvas/public_html/includes/bootstrap.inc).
  • Warning: ini_set() has been disabled for security reasons in drupal_environment_initialize() (line 523 of /home/nikosvas/public_html/includes/bootstrap.inc).
  • Warning: ini_set() has been disabled for security reasons in drupal_environment_initialize() (line 525 of /home/nikosvas/public_html/includes/bootstrap.inc).
  • Warning: ini_set() has been disabled for security reasons in include_once() (line 264 of /home/nikosvas/public_html/sites/default/settings.php).
  • Warning: ini_set() has been disabled for security reasons in include_once() (line 265 of /home/nikosvas/public_html/sites/default/settings.php).
  • Warning: ini_set() has been disabled for security reasons in include_once() (line 273 of /home/nikosvas/public_html/sites/default/settings.php).
  • Warning: ini_set() has been disabled for security reasons in include_once() (line 280 of /home/nikosvas/public_html/sites/default/settings.php).
  • Warning: ini_set() has been disabled for security reasons in drupal_settings_initialize() (line 614 of /home/nikosvas/public_html/includes/bootstrap.inc).
  • Strict warning: Only variables should be passed by reference in samara_preprocess_page() (line 78 of /home/nikosvas/public_html/sites/all/themes/samara/template.php).

Το Θανατικό

Τα μαντάτα τά 'φερε καλοθελητής. Έτσι γίνεται πάντα. Xτύπησε διστακτικά την πόρτα της οικογένειας και είχε προετοιμαστεί μεσ' τη ψυχή του γι' αυτό που θά 'λεγε.
Την πόρτα άνοιξαν πρόσωπα πού 'χαν στα μάτια την άγνοια και την λαχτάρα του απρόσμενου στην ψυχή. "Ποιός να χτύπησε άραγε;"
Ο Ξένος μπήκε στο σπίτι με τ' αντικείμενα απ' όλον τον κόσμο και τα μπουκάλια του ουΐσκυ που φιγουράριζαν καλογυαλισμένα πάνω σ' ένα τραπεζάκι. Έκατσε με πόνο που θύμιζε κεραυνομένο χορό δράματος αρχαίου και ξεκίνησε, γυρεύοντας εισαγωγή στο λογίδριο, που στον δρόμο σκεφτόταν και σχεδίαζε.
"Ξέρετε... Μπορεί να μην με γνωρίζετε, αλλά εγώ τον καπετάν-Γιάννη τον ήξερα". Πρώτο χτύπημα: παρελθοντικός αόριστος χρόνος. "Αυτός μού 'χε μιλήσει για σας με περιφάνjα (sic) και καμάρι. Αλλά να... Χάθηκε... Στείλανε μήνυμα στον σταθμό και είπα να σας το φέρω εγώ. Μην το μάθετε κι από κάναν' άγνωστο".
Αυτό ήταν. Ο Άγγελος είχε πλέον εκτελέσει την αποστολή του. Αμοιβή του, η εικόνα στα πρόσωπα των ανθρώπων την ώρα που το μαντάτο του έλεγε· κι ένας καφές. Πικρός, σαν την ψυχή της γυναίκας που τον ετοίμασε.
Τον Ξένο τον ξεπροβόδισε η δέσποινα του σπιτιού και μετά έκλεισε τελετουργικά όλα τα παντζούρια και τράβηξε τις κουρτίνες μία-μία, σα νά 'ριχνε σάβανα.
Τα νέα μαθευτήκανε σαν το γέλιο του τελευταίου στην ατελείωτη ουρά των ανθρώπων που μόλις ήπιανε το αμίλητο νερό. Με την αυγή της 'μέρας ήρθε πρώτα η εξουσία να συλλυπηθεί. Ο παπάς, ο δάσκαλος και ο χωροφύλακας.
Περίεργο. Γιατί ο παπάς είχε προσβάλει στον Λόγο της Κυριακής την οικογένεια. Τους είχε παραπονεθεί ότι τα χρήματα που προσέφεραν δεν ήτανε, λέει, αρκετά, "Μη θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί τής γής...". Η μάνα τότε είχε ντράπει πολύ, μα δεν έβγαλε μιλιά και τ' άφησε έτσι να περάσει.
Περίεργο. Γιατί ο δάσκαλος είχε πεί στη μικρή ότι ο μπαμπάς της αποκλείεται να μένει πιστός στο στεφάνι του σ' όλα τα λιμάνια. "Δεν μπορεί", είχε πεί, "άνθρωπος είναι κι αυτός, σαν κι εμάς". Άνθρωπος σαν κι αυτούς.
Περίεργο. Γιατί ο χωροφύλακας σταματούσε στο δρόμο τον μικρό και τού 'λεγε με συνωμοτικό ύφος: "Μη νομίζεις πως δεν ξέρω γιατί λείπουν πράγματα από το μαγαζί του κυρ-Παντελή του μανάβη". Κάποτε η μάνα δεν άντεξε: "Τί σου φταίει το παιδί, χριστιανέ;". Η απάντηση ήταν ανάλογη του ανθρώπου που την έδωσε: "Μόνο αν φοβάται τον νόμο, γυναίκα, θά 'ναι μιά ζωή σωστός". Μόνο αν φοβάται τον νόμο λοιπόν.
Η μάνα δεν έλεγε κουβέντα. Καθότανε καρτερικά στον καναπέ και τους δεχότανε έναν-έναν. Στα μαύρα ήταν κι ο γιός που άνοιγε την πόρτα στον κόσμο, στα μαύρα και η κόρη που τους καφέδες έψηνε. Στα μαύρα ήταν κι γειτονιά κι η βρύση που πότιζε την οικογένεια. Στα μαύρα... μέσα σ' έναν κόσμο λευκό σαν την αυγή στα μάρμαρα.
Από το σπίτι περάσανε και οι καταστηματάρχες.
Ο χασάπης. Που -μια 'βδομάδα μόλις πριν- είχε αρνηθεί τον βερεσέ, μέχρι να 'ρθεί ο μισθός του Ταξιδευτή. "Αν θες βοήθεια κυρά-Μανταλένα θα μου το πείς", είπε και μάζεψε τα κομμάτια του φεύγοντας.
Ο μπακάλης και ο μανάβης. Που στέλνανε τα παιδιά για θελήματα δίνοντας ποσά πενιχρά, που συνήθως κατέληγαν σ' ένα τέταρτο φέτα ή μισό σαλάμι τυλιγμένο σε λαδόκολλα.
Τώρα είχανε όλοι τους φορέσει τα προσωπεία του οίκτου και μιλούσαν στη χαροκαμμένη μάνα με συμπόνοια και συμπάθεια. Τώρα φερόντουσαν με καλοσύνη και κατανόηση· δεν το κάνανε από φιλανθρωπία όμως. Μέσα τους ήταν ευτυχισμένοι. Ευτυχισμένοι που το κακό ριζικό έβαλε άλλους σημάδι. Ταυτιζόντουσαν με τους πονεμένους για να δώσουν στην καρδιά τους λύπη. Λύπη ξένη και δανεική. Έλεγαν με το νού τους: "Να λέμε δόξα τω Θεώ πού 'χουμε την υγειά μας". Μόνο που η υγειά τους μαγάριζε αυτή των υπολοίπων.
Έτσι διαβήκανε τα σκαλοπάτια του σπιτιού όλοι οι κάτοικοι. Είχαν ξαναθυμηθεί την οικογένεια όλοι όσοι την είχαν ξεχασμένη. Τέτοια ήταν η συρροή του κόσμου που στον κήπο του σπιτιού σχηματιζόντουσαν πηγαδάκια από γνωστούς. Όλοι είχανε βρεί ασχολία κι ενδιαφέρον· και όλοι "πονούσαν".
Την, εδώ και τρείς ημέρες, ροή του κόσμου και τις υποσχέσεις για δανεικά και βοήθεια στην μάνα διέκοψε ένα λαχανιασμένο παιδί που είχε χάσει εντελώς την αναπνοή του από το τρέξιμο. Χρειάστηκε να του δώσουνε τρία ποτήρια νερό για να ξαναβρεί την χαμένη του λαλιά: "Ο καπετάν-Γιάννης ζεί... Κάνανε λάθος.... Άλλος ήταν αυτός που χάθηκε...
Άλλος χάθηκε... Και μετά σιωπή. Η σιωπή της αποκάλυψης. Μια σιωπή που στρέφεται με τεταμένο τον δείκτη σ' αυτούς που αδίκησαν. Τώρα ο Άγγελος της Σιωπής άνοιξε τα φτερά του κι έριξε σκιά στους υποκριτές των τριών ημερών. Των τριών ημερών πριν την ανάσταση. Την ανάσταση του καπετάν Γιάννη που τον νομίζανε πεθαμένο.
Η οικογένεια ήξερε τι να αισθανθεί. Ακολούθησε την καρδιά της και χάρηκε.
Οι άλλοι χάθηκαν. Δεν είναι ωραίο να σου βγάζουν τη μάσκα έτσι απότομα. Σου παίρνει και το πρόσωπο μαζί. Το πρόσωπο πού 'χες στα μάτια της κοινωνίας πριν την φορέσεις...
Νικόλαος Γ. Βασιλάκος

2011 © νίκος βασιλάκος метр